Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Στις "κάλτσες"

Σιώπησα για πολύ καιρό και ήρθε ο καιρός της επανόδου.

 Εκλογές σε λίγες μέρες.
 « Έχεις αποφασίσει τι θα ψηφίσεις;», η κλασσική ερώτηση των ημερών στις παρέες μου.

 Θα προσπαθήσω να μην κράξω, αλλά δεν υπόσχομαι.

 Η αλήθεια είναι ότι είμαι μπλεγμένη. Αυτές οι εκλογές είναι ίσως οι πιο σημαντικές που θα ζήσουμε αλλά δε ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει, έχουν και μια γελοία πλευρά – βλέπε τους wannabe βουλευτές πρώην τηλεαστέρες/αθλητές/γιούς ηθοποιών/κτλ. Δε θα σταθώ σε αυτό γιατί θα είμαι σα να κοιτάζω το δέντρο και να χάνω το δάσος.

 Στις δημοσκοπήσεις δεν έχω μεγάλη εκτίμηση. Προβληματίζομαι με δαύτες όμως. Όταν βλέπω Χ.Α. εντός βουλής παθαίνω εγκεφαλικό και όταν μιλάω με όντα τα οποία συμφωνούν με το σύνθημα «για να ξεβρωμίσει ο τόπος» θέλω να του θάψω 10 μέτρα κάτω από τη γη. Μάλλον είμαι φασισταριό και του λόγου μου, αλλά ναι, με μερικές ιδεολογίες δε μπορώ να συγκρατηθώ. «ιδεολογίες».. τρόπος του λέγειν. Μερικά κοσμητικά που δεν είναι επίθετα: μισάνθρωποι, φαλλοκράτες, φασίστες, μισογύνηδες, κρετίνοι. Πόσοι από αυτούς που θα τους ψηφίσουν γνωρίζουν-όχι «ξέρουν» ούτε «έχουν ακούσει»-το πολιτικό τους πρόγραμμα; Θα ήθελα να πιστέψω πως οι δημοσκοπήσεις λένε ψέματα για να τρομοκρατήσουν τον κόσμο και ότι δε θα έχουμε μαχαιροβγάλτες εντός βουλής να το παίζουν «κιουρίες» και απ’έξω να σφάζουν κόσμο.

 Το Κ.Κ. στο οποίο πολύς κόσμος τρέφει ένα υποσυνείδητο μίσος, χωρίς ακριβώς να ξέρει τον λόγο απλά «δε τα γουστάρω τα κομμούνια, είναι 50 χρόνια πίσω, χρησιμοποιούν ξύλινη γλώσσα, είναι στον κόσμο τους, μπλα μπλα μπλα», θεωρώ ότι από άποψη σταθερότητας στις απόψεις του παίρνει τα εύσημα. (πριν κράξεις, διάβασε ξανά την πρόταση και κατανόησέ την). Ο κόσμος ίσως να πρέπει κάποια στιγμή να αποβάλλει τα κατάλοιπα του εμφυλίου και να μην έχει αυτού του είδους την αποστροφή σε κάτι διαφορετικό. Είναι κάτι που επί γης δεν υπήρξε ποτέ μάλλον, και που όταν υπήρξε ένα είδος κομμουνισμού για τους Χ,Ψ λόγους τα έκαναν σκατά- να το πω έτσι λαϊκά. (ναι, και με τον Βελουχιώτη σκατά τα έκαναν). Δε σου λέω να τους ψηφίσεις, σου λέω ότι αν θες να τους κράξεις, να έχεις τουλάχιστον ένα επιχείρημα γαμώ την αγανάκτηση.

Ο κόσμος περιμένει από κάποιον να τον σώσει. Ε το θέμα είναι ότι πρέπει να φτάσουμε σε ένα επίπεδο συνείδησης τέτοιο ώστε να πάρουμε την εξουσία στα χέρια μας και να μην περιμένουμε το πότε η αστική τάξη θα μας πετάξει ένα ξεροκόμματο για να φάμε. Καπιταλισμός- αστική «δημοκρατία»- χούντα. Βρες τις διαφορές.

 Η εξουσία προσελκύει την διαφθορά όπως η ζάχαρη τα μερμήγκια. Και ο άνθρωπος είναι πάνω από όλα άνθρωπος και όχι απαραίτητα ηθικός εάν οι «συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης» είναι τέτοιες ώστε κάτι-βλέπε εξουσία- να ταλαντεύσουν την ηθική του. Ικανή και αναγκαία συνθήκη για να μην υπάρχει διαφθορά δε ξέρω αν υφίσταται. Θα ήθελα να το πιστεύω ωστόσο. Ίσως είναι τόσο ουτοπικό γιατί δε ζήσαμε σε καιρούς χωρίς την έννοια του χρήματος. Ίσως πάλι να είναι σκέτα ουτοπικό.

 Στις «κάλτσες» λοιπόν, όπως λέει και μια φίλη.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

σημειώσεις από έναν πνιγμό




«Είμαι σχεδόν σίγουρος. Υπήρξες. Έστω για λίγο υπήρξες. Έζησες κι εσύ εδώ μαζί μου. Ένιωσες κι εσύ αυτό που νιώθω κι εγώ. Υπήρξες. Δε μπορεί να είναι αλλιώς. Δε μπορεί. Ανάσανες στο αυτί μου, σε άκουγα. Μύριζες τα μαλλιά μου, το θυμάμαι. Μοιραστήκαμε πράγματα. Ανταλλάξαμε συναισθήματα. Μνήμες. Αγωνίες. Διάολε, δε μπορεί παρά να υπήρξες. Σε αγάπησα. Με όλο μου το είναι. Σου έδωσα κομμάτι μου. Με πείσμωσες, με θύμωσες, με πλήγωσες. Υπήρξες. Και τώρα που σιγουρεύτηκα πως υπήρξες μέσα από τις αναμνήσεις που ανακαλώ, αποφάσισα να με πείσω πως δεν υπάρχεις πια. Μου οφείλω και μένα βλέπεις, μια λιγοστή ηρεμία. Την ελάχιστη. Έστω αυτή.»

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

γράμμα από τη νέβερλαντ





Ιστοριούλα:

Ξύπνησα και αφού ήπια τον πρωινό καφέ μου, κατέβηκα προς το κέντρο. Γυρνώντας σπίτι βρήκα ένα γράμμα πεταμένο κάτω από την πόρτα. Παραξενεύτηκα. Βλέπεις, έχω συνηθίσει τους ανθρώπους να μιλάνε μέσα από mail, από msn κτλ. Αποφεύγουν τα χειρόγραφα. Είναι ντεμοντέ μάλλον.

"Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει και δε νιώθω. Η παράνοια που με πλημμύριζε έχει χαθεί. Σπάνια θα νιώσω να με προβληματίζει κάτι ή έστω να υπάρχει ένα κατιτίς να παιδέψω το μυαλό μου.
Εσύ φταις. Εσύ και μόνο εσύ. Δε με νοιάζει τι έκανες, με νοιάζει να μου το φέρεις πίσω. Αυτό είναι δικό μου και μου το πήρες. Μου το έκλεψες. Δε μπορώ να μη σκέφτομαι, να μη λυπάμαι, να μη τσαντίζομαι, να μη γελάω. Είμαι ζωντανός. Θέλω να νιώθω. Κι εσύ μου το πήρες αυτό. Κάθε μέρα είναι ο ίδιος μονότονος ήχος. Είναι σαν τότε που πηγαίναμε στο ωδείο και ακούγοντας τις κλίμακες και τους αρπισμούς ξέραμε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να εκπλαγούμε από τον ήχο. Εκτός φυσικά αν γινόταν κάπου λάθος.

Ζω, αναπνέω, υπάρχω. Αλλά δε νιώθω πια.

Τουλάχιστον πριν, υπήρχε κάτι. Ένας θυμός, μια λύπη, κάτι. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα."

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

«Εσύ δε θα ψήνεσαι, αυτή δε θα ξέρει, εσύ θα ξενερώνεις…»




Δεν έχω καπνό. Δεν έχω φιλτράκια γιατί μου τα καβάτζωσες.

Πήρα το μετρό. Κατέβηκα Νέο Κόσμο. Πήγα στις εργατικές. Μετά σε σκέφτηκα. Είχα την μηχανή μαζί. Τράβηξα φωτογραφίες. Έβρισα ένα πιτσιρίκι που δεν έκανε πιο πέρα και μου έσπασε τα νεύρα. Βρήκα κάτι περιστέρια να μαλώνουν για το ποιο θα πρωτοφάει το ξεροκόμματο που ήταν στο πλακάκι της πλατείας. Τα τράβηξα και αυτά αλλά δε μου άρεσε η εικόνα.

Πιο πέρα, βρήκα το μεγάλο κουβάρι στον τοίχο. Μετά ένας γάτος περνούσε το δρόμο σχετικά βιαστικός. (Όλοι γαμώ την αγανάκτηση είναι βιαστικοί. Ακόμα και οι γάτοι.) Τον τράβηξα και αυτόν. Πάλι δε μ’ άρεσε. Μετά θυμήθηκα μια φωτογραφία ενός γερμανού με ένα κτήριο. Βρήκα το πιο ψηλό και τον μιμήθηκα. Ήταν καλή. Έτσι μου είπαν.

Ξέρεις, σε σκέφτηκα σήμερα. Ασπρόμαυρη φωτογραφία. Εσύ στο δωμάτιο. Γυρισμένη πλάτη και το φως να πέφτει πίσω σου. Δε ξέρω πότε θα σε βγάλω. Αλλά παίζει να είναι από τις καλύτερες φωτογραφίες που θα τραβήξω.

Τελευταία έχω κολλήσει με δύο λέξεις. Το «ωστόσο» και το «ενδέχεται». Όταν ξαφνιάζομαι λέω «ώπα το».

Τις προάλλες είδα χρώματα. Δε ξέρω. Ήταν πολύ περίεργο. Σου ζήτησα νερό. Όχι, δε φταίει ο λαβύρινθος.

Πότε θα σε φωτογραφίσω;

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

ο Ωρίωνας

Ήταν μια καλοκαιρινή βραδιά πριν μερικά χρόνια. Κάθονταν στο μπαλκόνι και απολάμβαναν το παγωμένο οινόπνευμά τους. Κάποια στιγμή μέσα στη ζάλη, της είπε: «κοίτα ψηλά, δε βλέπεις συχνά αστέρια στον ουρανό της Αθήνας». Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τον ουρανό. Αστέρια. Παντού. Χούφτες ασημόσκονης σε μαύρο φόντο. «Αυτός εκεί, είναι ο Ωρίωνας», του είπε. Δεν καταλάβαινε τι του έδειχνε και αποφάσισε να σηκωθεί και να σταθεί δίπλα του, παρά την μεγάλη ζαλάδα που είχε από το ποτό, για να μπορέσει να ακολουθήσει το χέρι της.

Είχαν περάσει σχεδόν οχτώ μήνες από την προτελευταία τους συνάντηση. Η τελευταία φορά που τον είδε ήταν ένα βράδυ του Φλεβάρη, αρκετά γλυκό.

Απόψε βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε ξανά τον ουρανό.

«Τώρα είσαι κάπου μακριά. Κάπου που τα αστέρια είναι πιο λαμπερά και πιο πολλά και πιο όμορφα. Παρόλα αυτά, κοιτάμε τον ίδιο ουρανό και για κάποιο παράξενο λόγο, απόψε η Αθήνα έχει την ίδια ξαστεριά με εκείνο το βράδυ».


Στον τσιγαρο-ποτο-αμυγδαλο-τρακαδόρο της εφηβείας μου, που μου θυμίζει κάθε φορά πράγματα που τείνω να ξεχάσω.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

μνήμη.

«Να μη στεναχωριέσαι πολύ», είπε. Χαμογέλασα. Ήταν σκοτεινά και δε νομίζω να είδε την έκφρασή μου. Αποκοιμηθήκαμε.

Το επόμενο πρωί έπρεπε να φύγει βιαστικά. Στις «επάλξεις» αυτός, ασθματική εγώ. Στο τρέξιμο αυτός, μούργος εγώ.

Ετερώνυμα όντα που δεν είχαν την έλξη που τους έπρεπε ή που αποφορτίστηκαν χωρίς πολύ κόπο, χωρίς κανένα τρομερό «μπαμ», χωρίς ιδιαίτερο θόρυβο ή λάμψη. Τίποτα το τραγικό για να αναταραχθεί το σύμπαν. Μόνο η μνήμη αυτών. Ότι κάποτε υπήρξε κάτι κοινό. Τα σημάδια ότι υπήρξε ένα είδος αλληλεπίδρασης.

«Πέσε κοιμήσου» σου είπα ένα βράδυ. Τώρα το λέω σε μένα.

Καληνύχτα σου.


Υ.Γ.: Προς όσους με διαβάζουν και έχουν παρατηρήσει την αλλαγή στη θεματολογία… λίγη υπομονή ρε παιδιά. Φάση είναι θα περάσει.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

ο έρωτας στα χρόνια της χρεοκοπίας (μέρος βου)

«Τι σου απέμεινε λοιπόν εσένα;», τον ρώτησα. Τον είδα ότι χαμήλωσε το βλέμμα και ένιωσε φανερά μουδιασμένος από την ερώτηση μου. Κοίταξα τα μάτια του και είδα ότι είχαν πάρει μια γυαλάδα. Είναι αυτή η όμορφη όψη που έχουν τα μάτια πριν κλάψουν. Γίνονται πιο μεγάλα, πιο καθαρά, λένε περισσότερες αλήθειες. Έτσι νομίζω.

Πήρε μια βαθιά ανάσα σα να χρειαζόταν αέρα περισσότερο από αυτόν που υπήρχε στο δωμάτιο. Ξεκίνησε την πρότασή του, κομπιάζοντας λίγο, και μου είπε: «εμένα μου απέμεινε μόνο η ανάμνηση. Είναι η ανάμνηση τριών πραγμάτων, η οποία γυρίζει στο μυαλό μου. Είναι ξέχωρες μεταξύ τους. Δε συνδέονται. Ένα βράδυ του Οκτώβρη. Ένα βλέμμα στην Ερμού. Ένα χαμόγελο στον Πειραιά. Αυτά. Αυτά τα τρία μικρά πράγματα».

Για λίγη ώρα δε μιλήσαμε. Δεν ήξερα τι να του πω και ίσως είναι καλύτερα μερικές φορές να μένεις σιωπηλός. «Είναι και αυτό το κενό», μου είπε ξαφνικά, «αυτό το κενό που νιώθω τα πρωινά που δε το μπορώ. Ξυπνάω και βλέπω τον τοίχο ενώ εκεί έβρισκα κάποτε την πλάτη της χωρίς πολύ προσπάθεια. Το διπλανό μαξιλάρι είναι παγωμένο. Λείπει η ζέστη της. Ξέρεις πόσο απόκοσμο είναι αυτό το αίσθημα της παγωνιάς;», με κοίταξε και ήξερα ότι κατά βάθος δεν περίμενε να του απαντήσω μα να του δείξω ότι τον νιώθω. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Συνέχισε λέγοντας πως ούτε η μουσική είναι ίδια πια. «Μα είναι τρομερό! Δε είναι ότι δε μπορώ να ακούσω την μελωδία. Είναι ότι μου μοιάζει αλλιώτικη πια. Σα να θέλει να με γυρίσει πίσω και γω να παλεύω με τον εαυτό μου για να μη του κάνω την χάρη. Όσες φορές κι αν πάλεψα τις τελευταίες μέρες βγήκα ηττημένος. Εκτός από την Κυριακή». Χαμογέλασα γιατί ήξερα ακριβώς τι εννοούσε. «Τουλάχιστον δε μας τα έχουν πάρει όλα ακόμα. Έχουμε πολλούς λόγους να χαμογελάμε, να παλεύουμε και να αντιστεκόμαστε, έτσι δεν είναι; Και πρέπει να νιώθεις όμορφα για αυτό που τώρα σε βασανίζει. Γιατί το ζεις. Είναι δικό σου και κανείς δε μπορεί να στο κλέψει. Είσαι από τους τυχερούς καλέ μου. Ζεις, αναπνέεις, υπάρχεις, αγαπάς. Είναι σπουδαίο πράγμα να μπορείς να αγαπάς σε μια τέτοια εποχή» του είπα και τον είδα ότι ήταν σκεπτικός πριν με κοιτάξει και μου «σκάσει» ένα από τα γνωστά του στραβά χαμόγελα.

«Εσένα τι σου απέμεινε;», με ρώτησε αν και ήξερε ότι δε θα του απαντούσα ποτέ σοβαρά. «Εμένα μου απέμεινε η Chu, τέσσερεις λωτοί στο ψυγείο και ένα κοπάδι τζάμια».