Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Ο πνιγμένος.

Πνίγηκε σε δύο κουταλιές νερό. Τι ηλίθιος θάνατος; Τσαλαβούτηξε στην πρώτη και νόμιζε πως η δεύτερη θα ήταν το ίδιο εύκολη. Αλλά τελικά η δεύτερη ήταν ένα άπατο πηγάδι και αυτός δεν ήξερε κολύμπι ο ηλίθιος.
Η πόλη που κοιμάται αιώνια αρχίζει σιγά σιγά να ξυπνά το πρωί μιας Κυριακής που θα την ήθελε μουντή μα του βγήκε καλοκαιρινή πέρα από κάθε προσδοκία. Και εδώ που τα λέμε άργησε το καλοκαίρι να έρθει φέτος. Προσπάθησε να σηκωθεί νωρίς αλλά τελικά τον ξύπνησε μια διακοπή ρεύματος. Μα ποιος δουλεύει Κυριακάτικα; Κι όμως. 
Δεύτερη σκέψη καφές. Πάντα ο καφές. Χωρίς καφέ και τσιγάρο το πρωί ο άνθρωπος δε πάει πουθενά. Και πώς άλλωστε; Είναι η καταραμένη συνήθεια και ο επιβαλλόμενος ψυχαναγκασμός. Γιατί νομίζεις ότι κοιμάμαι τα βράδια; Για να ξυπνήσω το επόμενο πρωί και να πιω καφέ. 
Συζητήσεις επί των συζητήσεων, σε εσωτερικό επίπεδο. Είναι μερικές μέρες τώρα που δεν έχει κοινωνικές επαφές. Όλοι είναι τριγύρω μα κανένας δε θέλει να είναι πολύ κοντά. Λες και οι άνθρωποι φοβούνται μην κολλήσουν την γρίπη. Λες και το να μοιράζεσαι είναι κακό. Και μετά πώς να μην γίνεις μισάνθρωπος και μοναχικός και δύστροπος όταν έχεις να αντιμετωπίσεις κόσμο; 
Οι κοινωνικές συναναστροφές είναι κάτι το οποίο σε διαχωρίζουν από τα λοιπά ζώα του βασιλείου σου. Μέσω αυτών παύεις να είσαι ατομιστής και καθώς ένας κοινωνικός πανζουρλισμός ανοίγεται μπροστά σου εσύ μένεις να κοιτάς σαν χάνος.
Όχι, η κοινωνικοποίηση ήταν ένα τρένο που γι αυτόν είχε φύγει από τον σταθμό προ πολλού. Όσο και να προσπαθούσε δε γινόταν να βρει μια θέση σε κάποια κοινωνική ομάδα. Ούτε στο σχολείο, ούτε στο πανεπιστήμιο, ούτε μετέπειτα. Και κάθε φορά που έβλεπε κάποιον γνωστό κοιτούσε αλλού για να μη χρειαστεί να βιώσει τα δέκα δευτερόλεπτα κοινωνικής αμηχανίας που θα πρέπει να ρωτήσει "τι κάνεις; όλα καλά;" και να απαντήσει με ένα μειδίαμα με μια δόση ευφορίας "μια χαρά!". 
Δεν έβρισκε νόημα στο να λέει το πρωί "καλημέρα" σε τρεις διαφορετικές γλώσσες όταν έβλεπε τους συναδέλφους μπροστά του και δεν κατάλαβε ποτέ γιατί όλοι θα πρέπει να έχουν τυπωμένο ένα ψόφιο χαμόγελο με μια υπερβολική δόση βλακείας κάθε πρωί. Στο διάολο και αυτοί. Στο διάολο κι οι άλλοι.
Σκέφτηκε να αυτοκτονήσει. Αλλά όλοι οι τρόποι του φάνηκαν ηλίθιοι. Χάπια; Θα καταλήξω στο μπάνιο να βγάζω το στομάχι μου, άσε που μπορεί να μείνω και φυτό. Κρεμάλα; Πολύ κακό για το τίποτα. Ποιο ταβάνι θα με κρατήσει; Να πηδήξω από τον τρίτο; Έχουν βάλει σκαλωσιές και να δεις που θα γίνω ανέκδοτο όπως εκείνος ο πολιτικός ή πολιτικάντης- δεν θυμάμαι- που έμοιαζε με θαλάσσιο ελέφαντα και λόγω εκείνου του ροζ βίντεο πήδηξε από τον τέταρτο και έκανε γκελ στην τέντα. Και φυσικά σώθηκε. Όχι, δεν υπάρχει πιθανότητα. Να κόψω τις φλέβες μου; Πολύ αίμα. Μάλλον θα λιποθυμήσω πριν τελειώσω την όλη διαδικασία. Χημικά δεν πρόκειται να πιω, όπλο δεν έχω. Μπανιέρα δεν έχω για να μπω μέσα και να ρίξω το σεσουάρ, άσε που θα μείνουν οι υπόλοιποι χωρίς ρεύμα και είναι και Κυριακή. Χέστο. 
Και εκεί που τα σκεφτόταν όλα αυτά τον έπιασε μια κρίση πανικού. Κόβεται η ανάσα του, νιώθει να πνίγεται, ξεκουμπώνει το πουκάμισο, ανοίγει το παράθυρο, προσπαθεί να αναπνεύσει. Τίποτα. Πίνει μια γουλιά νερό, πίνει και μια δεύτερη και πνίγεται. 
Και κάπως έτσι πέθανε, από μια βλακεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου